All posts by Σοφία

Απόσπασμα: 40.404 λέξεις

Συνέχεια.

Τα ξημερώματα φώναζε ακόμα στον ύπνο της αλλά ο Γιάννης κοιμόταν δίπλα της και αντί να την ξυπνήσει την έπαιρνε αγκαλιά. Την τέταρτη μέρα στο Παρίσι ξύπνησε και κατάλαβε ότι κοιμόταν μέσα στα χέρια του.
- Καλημέρα, της είπε όταν την ένιωσε να κουνιέται. Άνοιξε τα μάτια της και νυσταγμένα τον κοίταξε.
- Εμ. Γιατί κοιμόμαστε αγκαλιά;
- Δεν κοιμάσαι αλλιώς.
- Φωνάζω ακόμα;
- Ναι.
- Α. Ευχαριστώ, του είπε, πέρασε το ένα της χέρι στη μέση του, βολεύτηκε πιο κοντά του και ξανακοιμήθηκε.

(…)

Έτσι ήταν η ζωή με τον Γιάννη. Σαν τα κανάλια του Λονδίνου. Παλιοί παραπόταμοι το Τάμεση, είχαν σκαφτεί από ανθρώπινα χέρια, μικρά τελωνεία είχαν φτιαχτεί σε κάποια σημεία και το νερό κυλούσε χωρίς να ακούγεται ποτέ. Έτσι μεθοδικά, αργά και αθόρυβα ήταν τα πράγματα μεταξύ τους. Ακόμα και την πρώτη φορά που κάναν έρωτα ήταν σαν επιστροφή, σαν φυσική εξέλιξη, σαν δρόμος που να τον είχαν περπατήσει στο παρελθόν. Ο Γιάννης ήταν τρυφερός εραστής, πάνω από όλα προσεκτικός κι αν του έλειπε η φαντασία το αναπλήρωνε σε χάδια και λόγια που έλεγε ψιθυριστά στο αυτί της Ελένης.

(…)

- Αχ μην αστειεύεσαι. Δεν έχεις ιδέα τί έχω διαβάσει αυτό τον καιρό, τί έχω συζητήσει με τον αναλυτή. Πάω και σε ομάδα.
- Τί ομάδα;
- Ε πάμε όλοι εκεί, οικογένειες, αδέρφια, γκόμενες… ανθρώπων που είναι εξαρτημένοι ξέρεις. Και λέμε τον πόνο μας και συζητάμε τρόπους που τους στηρίζουμε και τέτοια. Αμερικανιά; ρώτησε με ανήσυχο βλέμμα. Η Ελένη συμμαζεύτηκε.
- Τί να σου πω. Σε βοηθάει εσένα;
- Μωρέ εδώ που έχουμε φτάσει αν πίστευα ότι θα βοηθήσει κι ο αγιασμός θα είχα φέρει και παπά να τον διαβάσει, είπε η Μαρία και ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, η Ελένη κουνώντας το χέρι της πάνω κάτω, κρατώντας αόρατο βασιλικό και δήθεν ραντίζοντας.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 36.248 λέξεις

Συνέχεια.

- Δηλαδή θα φύγεις;
- Ναι.
- Συγγνώμη δεν κατάλαβα. Τα φτιάξατε;
- Όχι πώς σου ήρθε.
- Και τί πας να κάνεις στο Λονδίνο.
- Φεύγω ρε Μαρία, φεύγω, δεν αντέχω άλλο. Δε μπορώ άλλο.

(…)

Η εύκολη πρόσβαση στο βουνό και η ήσυχη πόλη προσελκύουν και φωτογράφους, η Δέσποινα έκανε την παλιά αποθήκη σκοτεινό δωμάτιο και έχει χημικά και τα απαραίτητα για τους ρομαντικούς.
- Το έβαλα και στην ιστιοσελίδα, λέει με καμάρι.
- Ιστοσελίδα βρε Δέσποινα.
- Ε, αυτό – λέει και γελάει. Κατάλαβες. Κι έρχονται και μαθητές και χομπίστες, ένας κύριος που ήρθε πέρσι που έβγαλε μια όμορφη φωτογραφία, θέλετε να τη δείτε;

(…)

- Έτσι απλά δε σου είπε τίποτα άλλο; τη ρωτάει ο Γιάννης την ώρα που ξαπλώνουν εκείνο το βράδυ.
- Τίποτα απολύτως.
- Ε τί να πω. Σε αγχώνει;
- Όχι απλά μου φαίνεται κάπως περίεργο.
- Μήπως τον είχες παρεξηγημένο; Μήπως δεν είναι τόσο επίμονος όσο θυμάσαι;
- Λες;

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 30.621 λέξεις

Συνέχεια.

- Μπορούσες να το σταματήσεις;
Η σιωπή την ενόχλησε όσο τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ. Ήταν αυτόματες οι κινήσεις για τη Δέσποινα, ήταν εύκολη η μετάβαση σε μία συμπεριφορά πρακτική και συγκρατημένη, σε μία τακτική περιορισμού ζημιάς – μαθημένη από νοσοκομεία κι εντατικές κι ανθρώπους που είχαν ανάγκη να ταχτοποιήσει τα πράγματα. Κι όμως ένα αγόρι στα είκοσι τρία του την ενόχλησε βαθιά που δεν μπορούσε να μιλήσει και γύρισε να τον κοιτάξει κουρασμένη, εξουθενωμένη, απελπισμένη.

(…)

- Νομίζω πως το έκανε επίτηδες. Καταλαβαίνεις;
Τρέχουν τα δάκρυα έξω από το Τζάνειο πάνω στις φακίδες της Μαρίας κι η Ελένη στέκεται με ένα απέραντο κενό στη θέση του στομαχιού της, την κρατάει αγκαλιά κι αισθάνεται τα δάκρυα να μουσκεύουν το μπλουζάκι της.

(…)

Δεν ακούει τα βήματα των ανθρώπων που περνάνε δίπλα της και δε βλέπει τα βλέμματα που αποστρέφονται, όλοι όσοι είναι στο Τζάνειο φοβούνται μια γυναίκα που κλαίει με τα χέρια δεμένα στα γόνατα της – γιατί η εικόνα μυρίζει θάνατο. Κλάει απελπισμένα, θολώνει το κόσμος γύρω της, η ουλή στην κοιλιά της την τραβάει και δε μπορεί να σταματήσει. Οι ώμοι της χορεύουν από τους λυγμούς και περνάει μια αιωνιότητα πριν καταλάβει ότι κάποιος την αγκαλιάζει και της μιλάει, την ταρακουνάει.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Στη Μποέμισσα (για τον Περικλή)

Σύντομο απόσμασμα για τον Περικλή - τιμής ένεκεν στις τεκίλες (σαλούδ), τις κοινωνικές αναλύσεις τα βράδια των Εξαρχείων και την ξεκούραστη φιλία παρόλες τις αποστάσεις.

Μια φορά πήγε μαζί τους και βαρέθηκε το αστείρευτο κέφι τους. Μπουτάκια να ασφυκτιούν μέσα σε μαύρα λεπτά καλσόν, φορέματα κοντά με ντεκολτέ βαθύ, ή τζην και πουκάμισο για τις πιο επαναστάτριες. Οι αντίστοιχες αντιθέσεις μεταξύ γραβάτας και παλιάς ξεχειλωμένης μπλούζας στους άντρες. Τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Αλκοόλ να ρέει – “γεια μας”.

 

Τις βαρέθηκε τις κοπέλες στη Μποέμισσα. Βαρέθηκε τους δήθεν διανοούμενους γκόμενους τους που τραγουδούσαν τη “Δραπετσώνα” λες και ξέραν τί σημαίνει φτώχια και σπίτια ετοιμόρροπα. Τον τρόπο που ξελαρυγγιάζονταν παθιασμένα με στίχους για ναρκωτικά και μαχαιρώματα – και καλά πονεμένοι, και καλά γνώστες, και καλά της ποιότητας. Και τον τρόπο που μετά κουνούσαν τα κορμάκια τους προκλητικά στο “Άναψε το τσιγάρο” για να καβλώσουν τους δήθεν γκόμενους τους, εκκολαπτώμενους διευθυντές τραπέζης και εργολάβους οικοδομών.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 27.326 λέξεις

Συνέχεια.

Είχε καλό μάτι. Ήταν οι φωτογραφίες της εικόνες βγαλμένες από καλλιτέχνη, ήταν η ματιά της τέτοια που η Δέσποινα έμενε να χαζεύει πάνω στο χαρτί μέρη που τα ήξερε από παιδί κι όμως κάπως διαφορετικά της φαίνονταν στη φωτογραφία. Όταν ο πατέρας έπεσε εκείνη έφυγε μέσα σε λίγους μήνες με μια παλιά φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Πήγε στην Αθήνα, τελείωσε τη σχολή της κι άρχισε να δουλεύει σε μια εφημερίδα για ψίχουλα. Όταν γνώρισε το Φώτη κι έμεινε έγκυος το ανακοίνωσε λες και ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
- Θα βάλω το όνομα της μαμάς, είπε στη Δέσποινα στο τηλέφωνο.

(…)

Ο Κώστας έχει δέσει τα χέρια του μπροστά του, μια στάση κλειστή και κοιτάει την Ελένη στο πρόσωπο αλλά δε μιλάει. Ο Γιάννης στηρίζεται στον πάγκο, το κεφάλι του κρεμασμένο μπροστά, προσβεβλημένος σχεδόν από την κατάντια της συζήτησης, από την κατάντια της παρέας. Κι ο Ηλίας βηματίζει πάνω κάτω στην κουζίνα σφίγγει και χαλαρώνει τις γροθιές του, οι φλέβες στα μπράτσα του πετάγονται και ηρεμούν σε γρήγορη εναλλαγή.

(…)

… τις δύο τάβλες στο χειρουργικό τραπέζι – “θα μου δέσουν τα χέρια” σκέφτηκε και θυμήθηκε ότι κάπου είχε ακούσει ότι ακόμα και αναίσθητο το σώμα αντιδρά στον πόνο – γέλασε ξέπνοα στην ιδέα μιας σφαλιάρας στο γιατρό την ούρα του χειρουργείου. Και μετά τίποτα. Και μετά σιωπή. Μετά υπήρχε μόνο ο τεχνητός ύπνος που βούλιαξε όταν μαζί με τον αναισθησιολόγο μέτρησε με μια μάσκα που ήταν αφύσικη και ξένη στο πρόσωπο της, “δέκα, εννιά, οχτώ… εφτ….”.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Η Μάγδα

Ταγμένος χαρακτήρας – στο είπα κορίτσι ότι θα εμφανιστείς στην Κρήτη, και κάπου εκεί γυρνάει και μια άλλη γνωστή σου.

Στη Χερσόνησο έπιασαν μια μέρα κουβέντα με μια ξανθούλα από τον Πειραιά
- Στο Πειραιά μένεις και σε γνωρίσαμε στην Κρήτη;
- Α είμαι διεθνών σπουδών, δεν έχω όρια. είπε πονηρά και έκλεισε το μάτι στο Γιάννη.
- Και τί κάνεις εδώ Μάγδα; τη ρώτησε ο Γιάννης κι έγειρε το σώμα του προς το μέρος της.
Ήταν διακοπές η Μάγδα και έμενε σε μια φίλη της στη Χερσόνησο. “Κι είναι περιβόλι πανάθεμα την” είπε ο Γιάννης στην Ελένη την άλλη μέρα όταν η Ελένη παρατήρησε ότι η Μάγδα είναι μεγαλύτερη.
- Μην την ακούς αγόρι μου η γριά η κότα έχει το ζουμί, είπε ο Ηλίας χτυπώντας τον στην πλάτη.
- Ε όχι και γριά ρε παιδιά, στα τριάντα είναι.
- Ερωτεύτηκες;
- Ας μην υπερβάλουμε, είπε ο Γιάννης σοβαρεύοντας και γελάσανε.

(…)

Η Ελένη τους παρατήρησε όλο το βράδυ κι αναρωτήθηκε πού θα ήταν εκείνη σε δέκα χρόνια – τόσο μεγάλη της φαινόταν η απόσταση, τόσο άπιαστη κι όμως τόσο εύκολη να χαρτογραφηθεί. Πτυχίο το Σεπτέμβριο, δουλίτσα, διαμερισματάκι, ρουτίνα. Ζήλεψε το λεπτό χιούμορ της Μάγδας και τη δουλειά της “ηθοποιός αλλά σας το λέω. Έτσι και τελειώσει το Καλημέρα Ζωή όπως συζητιέται δε με βλέπω να κάνω τηλεόραση ποτέ”. (…) Και ζήλεψε πάνω από όλα το πώς οι δυο γυναίκες μιλούσαν μεταξύ τους, το πώς θυμόντουσαν παλιές ιστορίες και τις διηγούνταν στο τραπέζι γελώντας – λες και ήταν η φιλία κάτι το απλό που είχαν ξεκλειδώσει.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 23.147 λέξεις

Συνέχεια.

Είναι έτσι κάτι παρέες, κάτι συντροφιές, κάτι στηρίγματα ο ένας του άλλου, που καλύπτονται με χρυσόσκονη – με ένα πέπλο μεγάλων και ηρωικών στιγμών του παρελθόντος, των ημερών που ζήσανε και μεγαλώσανε μαζί, των δεσμών που χτίζονται στα εφηβικά σου χρόνια, των υποσχέσεων που δίνονται έμμεσα στις κουβέντες, τις φιλοσοφίες και τις ηθικές διακυρήξεις των δεκαέξι και των δεκαεφτά σου. Το δημιούργημα – η Παρέα με το Π κεφαλαίο και τη λέξη υπογραμμισμένη ήταν σημείο αναφοράς για όλους τους – για κάποιον λιγότερο για άλλον περισσότερο – και την υπερασπίζονταν χωρίς να καταλαβαίνουν ότι το κάνουν.

(…)

Πέφτει για ένα μεσημεριανό ύπνο πριν γυρίσουν τα αγόρια και σηκώνεται αφού έχουν έρθει. Ο Κώστας κοιμάται γυμνός δίπλα της, η πλάτη του ιδρωμένη, το πάνω χείλος του να φουσκώνει ελαφρά. Η Ελένη χαζεύει το δέρμα του, καστανό, απαλό. Δέρμα που έχει αφήσει σημάδια με τα νύχτια της, που έχει περάσει τη γλώσσα της από τη σπονδυλική του στήλη. Περνάει τα δάχτυλα της από τη μέση του και μένει απορημένη, πώς το λάτρεψε έτσι αυτό το σώμα κάποτε, τί έγινε, τί συναίβει. Ο Κώστας νιώθει το χάδι και τραβιέται μέσα στον ύπνο του, απομακρύνεται από κοντά της και μένει η Ελένη με το χέρι της απλωμένο σε κενό χώρο. Κι εκείνη τη στιγμή – εκείνη τη μία σκοτεινή στιγμή – σηκώνεται η θύελλα μέσα της.

(…)

Ο Ηλίας κι ο Γιάννης παρατήρησαν τις επόμενες μέρες εμβρόντητοι την επιθετικότητα της, τον εκνευρισμό της, τον προσεκτικό και μεθοδικό κατακερματισμό όλων όσων έλεγε ο Κώστας, την καλά μελετημένη ειρωνία, την χαιρεκακία που έλαμπε πίσω από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 20.575 λέξεις

Συνέχεια.

Ήταν τόση η ζέστη που ούτε για τάβλι δεν ήταν η κατάσταση. Μείνανε να συζητάνε κοινοτυπίες και φιλήθηκαν στα μάγουλα πριν ο Ηλίας πάει να δει “κάτι φίλους” κι η Ελένη ανηφορήσει την Θεμιστοκλέους προς το σπίτι του Κώστα. Δεν υπήρχε περίπτωση να ανέβει όλα τα σκαλιά απέναντι από το Φλοράλ μ’αυτή τη ζέστη. Σκέφτηκε να κατέβει στον Πειραιά αλλά δεν άντεχε ούτε στη σκέψη του Ηλεκτρικού κι έτσι αποφάσισε να πάρει φράουλες και κανα καρπούζι από το μανάβικό στην Καλλιδρομίου και να πάει να τον τραβήξει λίγο από τις σημειώσεις. Περπάτησε από τα πεζοδρόμια που είχαν σκιά αλλά ο ζεστός αέρας της έκοβε την ανάσα. “Ένα ντουζάκι να κάνω” – σκέφτηκε και τάχυνε λίγο το βήμα της για να φτάσει και να πάρει αγκαλιά το κλιματιστικό. Στη γενία της Ερεσού ένας πιτσιρικάς αδύνατος σα σουβλί κοιμόταν στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. “Πρεζάκι” σκέφτηκε η Ελένη και τρόμαξε στη σκέψη ότι μπορεί κι ο Ηλίας να είχε ξεκινήσει περιπέτειες με σκληρές χημείες.

(…)

Κι η πόλη η ίδια της φάνηκε ήσυχη, μέσα στη ζέστη του μεσημεριού και στην απουσία ζωής από τους πυρακτωμένους δρόμους. Μόνο όταν έφτασε σπίτι – ο πατέρας της ακόμα στην εταιρία – και μπήκε κάτω από το κρύο νερό του ντους κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Γιατί δε μπορούσε να κλάψει. “Να κλάψω, αν κλάψω θα περάσει”. Αλλά δάκρυα δεν είχε, μόνο ένα μούδιασμα και μια ενοχή …

(…)

Η Άννα και η Ελευθερία ήταν φίλες λίγα χρόνια και η Ελένη κατάλαβε ότι είχαν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να απλοποιούν την όποια περιπλοκότητα έδινε στο σεξ ο περισσότερος κόσμος χωρίς δεύτερη σκέψη. Και χωρίς να καταλάβει πώς, ζήλεψε αυτή την χωρίς ενοχές ελευθεριότητα. Από το δωμάτιο που κοιμόντουσαν οι Άννα και η Ελευθερία σε δυο μονά κρεββάτια βγαίναν αγουροξυπνημένοι νεαροί τα πρωινά κι η Ελένη το διασκέδασε ιδιαίτερα όταν έφτιαξε καφέ για ένα ζευγάρι που την πέτυχε στην κουζίνα όταν πατώντας στις μύτες κατευθύνθηκαν προς την εξώπορτα κι η Ελένη τους είπε το ηχηρό καλημέρα χαμογελώντας ευγενικά.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 16.883 λέξεις

Έπεσε βιαστική δουλειά παιδιά και τώρα τρέχουμε με ρυθμό και χάρη να προλάβουμε.

Συνέχεια.

Η Ελένη βρήκε το δωμάτιο ζεστό, ασφυκτικά ζεστό και πνιγηρό. Έμεινε να κοιτάει το ταβάνι, το σώμα της να φλέγεται από επιθυμία – να έχει στα μπράτσα της την αίσθηση από τα χέρια του Κώστα, το χρώμα του δέρματος του που φαινόταν από τα δύο ανοιχτά κουμπιά του πουκαμίσου του, το πράσινο των ματιών του όταν μέσα στο κλαμπ την κοίταξε έξαλλος, τα βελούδινα σημεία της πλάτης του όταν καθόταν στην άμμο και χάζευε τη θάλασσα. Η εξάντληση της βραδιάς της φάνηκε μακρινή – είχε μια εντύπωση πως έπρεπε να κλαίει αλλά δεν μπορούσε να αισθανθεί λύπη ή απελπισία – μόνο θυμό και επιθυμία που τα αισθανόταν στο στομάχι της, στις ρόγες της, στα ευαίσθητα σημεία του δέρματος της στους μηρούς της.

(…)

… Τον παρακολουθούσε είναι αλήθεια. Έγινε πολύ πιο παρατηρητική γύρω του αλλά η Μαρία της είπε ότι ήταν άδικος κόπος.
- Με όλες τις μαλακίες που παίρνει εκτός από τα χάπια του τί να καταλάβεις; είπε στην Ελένη ένα βράδυ που ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένη.
- Δεν πρέπει να κάνουμε κάτι;
- Και τί να κάνουμε; Πρέπει να το βρει μέσα του. Κι εγώ που τον αφήνω να επιστρέφει κακό του κάνω – είπε η Μαρία κοιτώντας το κενό και σβήνοντας το τσιγάρο της σαν να την είχε προσβάλει προσωπικά. Εκείνο το βράδυ φλέρταρε έντονα με κάποιον που της μίλησε στο μπαρ που πήγανε κι η Ελένη σήκωσε τα φρύδια της κοιτώντας την αλλά δεν έθιξε το θέμα – ακόμα κι όταν η Μαρία έφυγε με τον αξύριστο νεαρό κι η Ελένη πήρε μόνη της ταξί για το σπίτι..

(…)

Ο Κώστας ήταν μεθοδικός εραστής και σε στιγμές μεγάλης κάβλας απόλυτα σκληρός. Έμαθε την Ελένη σχετικά γρήγορα και του άρεσε να τη βλέπει να παραληρεί στα χέρια του. Άλλες φορές πάλι ήταν γρήγορος και ανελέητος – τελείωνε όπως τον βόλευε και όπως του άρεσε κι η Ελένη έμενε λίγο ζαλισμένη και καθόλα ανικανοποίητη. Μα πάνω από όλα ο Κώστας ήταν παράτολμος κι η Ελένη ανίκανη να του πει όχι.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook

Απόσπασμα: 13.735 λέξεις

Συνέχεια.

Καθισμένες στην εκκλησία στο πεζουλάκι, με τα πόδια να αιωρούνται στο κενό της έλεγε την ιστορία του Δία που μαγεμένος από την Κρήτη πάντα γύριζε εκεί.
- Και πού τον έκρυψαν το Δία όταν ήταν μωρό μαμά;
- Ε εκεί πέρα, βλέπεις;
και της έδειχνε το μελαχρινό χέρι με τα λεπτά δάχτυλα πέρα προς το Λασίθι και φανταζόταν η Ελένη μια σπηλιά μυστηριακή και ζεστή και φιλόξενη που πήρε ένα παιδί και το μεγάλωσε στην ασφάλεια και το απαλό φως που έχουν τα μέρη κάτω από τη γη.

(…)

… ο Σήφης εμφανίστηκε κεφάτος να πάρει την Ελένη να πάνε για φαγητό στη Μίλατο. Τους χαιρέτησε χαμογελαστός και κράτησε την πόρτα της αυλής ανοιχτή για να περάσει η Ελένη φεύγοντας. Φάγανε ψάρι και της είπε για το Πολυτεχνείο και τα Χανιά και τη ζωή του εκεί. Η Ελένη έμεινε με την εντύπωση ενός άντρα με σκέψη καθαρή και ευθεία σαν τόξο. Περάσανε τρεις – τέσσερις μέρες μαζί στην παραλία, σε κάποιο καφενείο σε ένα χωριό απομακρυσμένο, σε μικρά μπαρ του Ηρακλείου που ο Σήφης χαιρετούσε γνωστούς και φίλους και σύστηνε την Ελένη με ένα χέρι στον ώμο της ή στη μέση της αφημένο. Της θύμισε λέξεις κρητικές ψιθυριστά και γελαστά, χάιδεψε το λαιμό της με τρυφερά δάχτυλα. Μα η Ελένη είχε ανοιχτούς λογαριασμούς αλλού και κάπως έβλεπε τους δυο τους σαν από απόσταση.

(…)

Ο Κώστας την περίμενε ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας όταν βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη στην πετσέτα.
- Δεν πήγες για μπάνιο εσύ;
Έτριψε το πρόσωπο του – αξύριστος κάποιες μέρες, τα μάτια του κόκκινα.
- Ντύσου. και το είπε με έναν τρόπο που δε σήκωνε αντίρρηση – κάτι το σκληρό και επιτακτικό στη φωνή του, ίσως και κάτι λίγο απελπισμένο κρυμμένο στους βαρύς τόνους.
- Κώστα…
- Ντύσου. Και βάλε αθλητικά. Θα πάμε στο Γιούχτα. Κατέβηκε το σκαλί της πόρτας της και έκλεισε την πόρτα κοιτώντας τη στα μάτια.

Σχόλια εμψύχωσης (όπως) πάντα ευπρόσδεκτα.

——————-
Δες την ανάρτηση με τις εξηγήσεις αν μπλέχτηκες.
Δες όλα τα αποσπάσματα από Τα Πρωινά Μετά.

Κάνε μου την τιμή στη σελίδα του Τα Πρωινά Μετά στο facebook